Δευτέρα 28 Αυγούστου 2017

Homo sapiens (Nikolaus Geyrhalter) (2016)

Στατικές εικόνες εσωτερικών χωρων αλλά και της φύσης, σε μία χώρα που δεν κατονομάζεται, εναλλάσσονται μπροστά στα έκπληκτα μάτια του θεατή, κάδρα όπου ακουστικά κυριαρχούν το θρόισμα του αέρα, ο ήχος της βροχής και η βοή της θάλασσας, ενώ μόνο το κελάηδημα ή το πέταγμα των πουλιών θυμίζει ότι υπάρχει κάτι ζωντανό και η ανθρώπινη παρουσία υποδηλώνεται αποκλειστικά από ετοιμόρροπα ή υπό διάλυση αντικείμενα τεχνικής επινόησης. 
Τανκς ακινητοποιημένα από αιώνες θαρρείς, πολεμικά πλοία σε αχρησία, οικοδομικά συγκροτήματα κενά και παρατημενα στη λήθη, σαρίδια που δεν μπορείς να καταλάβεις τι ήταν αρχικά και για ποιο σκοπό προορίζονταν, η ισορροπία τρόμου ανάμεσα στη φύση και την ανθρώπινη παρέμβαση, παρέμβαση που ο χρόνος μεταμορφώνει, μεταστοιχειώνει, εξαϋλώνει. 
Οι σοκαριστικές σκηνές εγκατάλειψης και ερήμωσης, νομίζεις ότι πάγωσαν στο χρόνο και γεννούν ανάμικτα αισθήματα μελαγχολίας, γαλήνης, καθώς και έναν προβληματισμό για τη φθαρτότητα των επίγειων ή για το μέλλον της ανθρωπότητας. 
Τα μουντά και σκυθρωπά πλάνα της φύσης μπορεί και να υποκρύπτουν εναν ενδόμυχο φόβο ή μία προφητεία για την εξαφάνιση του ανθρωπινου είδους, λόγω του διασάλευσης της φυσικής τάξης, αλλά ούτως ή άλλως αυτό το πολύ καλό ντοκυμαντέρ δε μπορεί να περιοριστεί σε μονοσήμαντες ερμηνείες.

Jaquot de Nantes (Agnès Varda) (1991)


     Πρόκειται για μία άρτια δομημένη, νοσταλγική ταινία - φόρο τιμής από τη Varda για το σύζυγό της, επίσης σκηνοθέτη, Jacques Demy. Η ταινία περιγράφει την πορεία του από τα παιδικά του χρόνια και τα γεγονότα που τον σημάδεψαν και τα απεικόνισε μετέπειτα και στις ταινίες του, μέχρι τη στιγμή που το πάθος και το ταλέντο του δικαιώθηκαν και ξεκίνησε σπουδές κινηματογράφου στο Παρίσι, παρά τα προσκόμματα από το οικογενειακό του περιβάλλον και την κοινωνική του τάξη.

Κυριακή 20 Αυγούστου 2017

"Blast of silence" (Allen Baron) (1961)

Αυτό το άγνωστο για πολλούς low budget αριστουργηματικό νουάρ είχε χαραχτεί στη μνήμη μου, όταν το πρωτοείδα. Τώρα που το ξαναβλέπω αναγνωρίζω τη διαχρονική του αξία και πρωτοτυπία. Ο Allen Baron σε δικό του σενάριο, δίνει ρεσιτάλ σκηνοθεσίας - δυστυχώς κατόπιν τον μονοπώλησε ο χώρος της τηλεόρασης - και είναι πειστικός στον πρωταγωνιστικό ρόλο ως ένας ψυχρός και περιζήτητος επαγγελματίας εκτελεστής, ονόματι Φράνκυ Μπόνο. 
Η ταινία αρχίζει εντυπωσιακά με τη χαρακτηριστική κυνική φωνή του αφηγητή - που μπορεί να είναι η διαβρωμένη συνείδηση του Μπόνο ή ένας παντεπόπτης δαίμονας - να απευθύνεται στον αντιήρωα στο δεύτερο ενικό και να αναγγέλλει τη στιγμή της γέννησης του (ακούμε τις κραυγές της μητέρας του και κατόπιν του μωρού), ενώ η εικόνα είναι κατάμαυρη και μία οπή φωτός αχνοφαίνεται στο βάθος, που τελικά αποδεικνύεται ότι πρόκειται για την έξοδο του τούνελ, από το οποίο ο Μπόνο φτάνει στη Νέα Υόρκη με τρένο, για να αναλάβει να φέρει σε πέρας το επόμενο συμβόλαιο θανάτου. 
Ο πληρωμένος δολοφόνος, που μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο με τα παιδικά τραύματα να καθορίζουν τη μετέπειτα ζωή του, αναπτύσσει μία μεσσιανική αντίληψη για τον εαυτό του για να δικαιολογήσει τα εγκλήματά του και εξειδικεύει τη μισανθρωπία του πάνω στα υποψήφια θύματα, ώστε να είναι αποτελεσματικός. Όμως κάποια απρόοπτη συνάντηση από το παρελθόν σε συνδυασμό με το χριστουγεννιάτικο κλίμα θα προσφέρει μία οδό διαφυγής από το μοναχικό και εγκληματικό τρόπο ζωής του. 
Αξέχαστος στο ρόλο του και ο «εμετικός» Larry Tucker, που εμφανίστηκε στο «Shock corridor» του Fuller. Εξαίσια η μουσική επένδυση, κορυφαία η φωτογραφία, αψεγάδιαστο το ντοκουμενταρίστικο στυλ απεικόνισης της χριστουγεννιάτικης Νέας Υόρκης σε απόλυτο κοντράστ με τη ψυχοσύνθεση του εκτελεστή, την οποία ο ωμός αφηγητής δεν παραλείπει να τονίσει, καθηλωτικό το σασπένς και η τελική σκηνή για σεμινάριο.





La jetée (Chris Marker) (1962)

     Ένα μικρού μήκους sci-fi διαχρονικό αριστούργημα από το μαιτρ Marker με θέμα έναν άνθρωπο που υπήρξε μάρτυρας στην παιδική του ηλικία της έναρξης του πυρηνικού Τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου στο Παρίσι και αρκετά χρόνια μετά γίνεται πειραματόζωο εξαιτίας της εμμονής του σε μία ανάμνηση, στην εναγώνια προσπάθεια όσων επέζησαν και ζουν υπογείως να ανακαλύψουν μία τρύπα στο χρόνο, ώστε να βρουν τρόπο επιβίωσης. 
     Η κορυφαία αυτή ταινία είναι μία σοκαριστικη σύνθεση ασπρόμαυρων φωτογραφιών που συνοδεύονται από αφήγηση και είναι ένα εμπεριστατωμένο παρά την ελλειπτικότητά του δοκίμιο για την έννοια του χρόνου, την αγάπη και τη μοίρα του ανθρώπινου γένους.

Σάββατο 19 Αυγούστου 2017

“Buta to gunkan” (“Pigs and battleships”) (Shôhei Imamura) (1961)



Ο Imamura με αυτή την τόσο ιδιότυπη ταινία του διεισδύει στο χώρο του Ιαπωνέζικου υποκόσμου, σε μία εποχή που η αμερικάνικη στρατιωτική παρουσία ήταν η κινητήρια δύναμη στην άνθηση της παραοικονομίας της εν μέσω δύσκολης οικονομικής συγκυρίας μεταπολεμικής Ιαπωνίας. 
Ο νεαρός φίλόδοξος μικρο – μαφιόζος Κίντα (αξέχαστος στο ρόλο ο Hiroyuki Nagato) ονειρεύεται να γίνει σύντομα αρχηγός δικής του συμμορίας, αλλά τελικά γίνεται μία μαριονέτα στα χέρια της Γιακούζα , ένα απλό άθυρμα που στροβιλίζεται στη δίνη ισχυρότερων συμφερόντων, ενώ η φτωχή κοπέλα του προσπαθεί από τη μία να αντισταθεί για να μην πέσει στα δίχτυα της πορνείας και από την άλλη να τον βάλει στον ίσιο δρόμο. 
Η κάμερα του σκηνοθέτη κινείται με μαεστρία και ρυθμό και αγκαλιάζει τα έξοχα σκηνικά, ενώ το υποδόριο χιούμορ της ταινίας γίνεται αισθητό, κάποιες φορές με το αποτελεσματικό κοντράστ μουσικής και εικόνας και υποκρύπτει έναν ιδιοφυή όσο και διακριτικό σχολιασμό για την αντίθεση Αμερικής – Ιαπωνίας στην κουλτούρα και την οικονομική ισχύ, χωρίς όμως ο Imamura να παίρνει θέση για τα αίτια των ατυχιών που ενσκήπτουν. 
Ο σκηνοθέτης παρουσιάζει τους ανθρώπους και τα πράγματα όπως πραγματικά είναι, χωρίς να γίνεται μελοδραματικός, αφήνοντας παράλληλα ένα μικρό παράθυρο ανοιχτό στην ελπίδα. Διανθισμένη συν τοις άλλοις από κάποιες ξεκαρδιστικές σκηνές που θυμίζουν έντονα Φουκασάκου, η ταινία αυτή είναι μία ξεχωριστή εμπειρία.

Πέμπτη 17 Αυγούστου 2017



"La fête à Henriette" ("Holiday for Henrietta") (Julien Duvivier) (1952)


     Αν χαρακτήριζε κανείς αυτή την αλλοπρόσαλλα έξυπνη ταινία απλά μία ανάλαφρη κομεντί, σίγουρα δεν θα είχε αντιληφθεί το καυστικό σχόλιο του σκηνοθέτη για το σύστημα της κινηματογραφικής βιομηχανίας, τους περιορισμούς της και τη λογοκρισία που υφέρπει. Το πολύπτυχο ταλέντο του σκηνοθέτη, παρά τα όσα του καταλόγισαν, δεν εγκλωβίστηκε σε ένα κινηματογραφικό είδος και τον έκανε μία από τις όχι συχνές περιπτώσεις που δεν τυποποιήθηκαν και διέπρεψαν σε διαφορετικά είδη. 
  Δύο σεναριογράφοι με τελείως διαφορετικές προσωπικότητες και ιδέες, μετά την απόρριψη ενός "προκλητικού" σεναρίου τους, προσπαθούν να επανέλθουν με ένα καινούργιο και διαφορετικό. Πολλά ευτράπελα θα προκύψουν από αυτή την αντίθεση χαρακτήρων των δύο, καθώς ο θεατής είναι μάρτυρας στη δημιουργική διαδικασία συγγραφής του σεναρίου ενώ αυτό ξετυλίγεται και οπτικοποιείται σε διάφορες εκδοχές μέχρι την τελική κοινή τους απόφαση για το οριστικό κείμενο. 
        Η ιστορία του σεναρίου και της ταινίας αποτελεί στην ουσία ένα μάλλον απλοϊκό - πλην χαριτωμένο - παιχνίδι που συντίθεται εν μέρει από τις πλαστές ταυτότητες, πίσω από τις οποίες κρύβονται οι πρωταγωνιστές, και έχει ως αφετηρία την υπόσχεση του νεαρού φωτορεπόρτερ στη νεαρή αγαπημένη του Henriette για το πώς θα διασκεδάσουν μαζί στις 14 Ιουλίου, ημέρα εθνικής γιορτής και ταυτόχρονα των γενεθλίων της. Το αν θα μπορέσει να τηρηθεί η υπόσχεση, καθώς εμφανίζονται ενδιάμεσα κάποιοι πειρασμοί, θα το αποφασίσουν μετά από πολλές και αστείες διαμάχες οι δύο σεναριογράφοι και αφού φυσικά αυτολογοκριθούν "για το φόβο των Ιουδαίων".
      Μία διασκεδαστική ταινία που όμως ταυτόχρονα προκαλεί το θεατή να σκεφτεί εκτός καθιερωμένου πλαισίου και να αναρωτηθεί για τις πραγματικές δυνατότητες του σινεμά που ίσως ακόμα και σήμερα δεν μπόρεσαν να αφεθούν ολότελα ελεύθερες από την καθεστηκύια τάξη πραγμάτων και τα επικρατούντα ήθη.

«La fin du jour» (Julien Duvivier) (1939)

     Ο ξεχασμένος από πολλούς μαιτρ της σκηνοθεσίας Duvivier, με αυτή τη γλυκόπικρη ταινία και με αφορμή τη ζωή και τα προβλήματα σε ένα ιδιωτικό γηροκομείο για ηθοποιούς, διεισδύει στο χώρο του θεάτρου και ανατέμνει την ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση αυτών των ξεχωριστών πλασμάτων, όταν τα φώτα έχουν σβήσει. Σπιρτόζικοι αλλά και γεμάτοι συναίσθημα διάλογοι, σχόλιο για τα γηρατειά και πώς τα βιώνουν οι πάλαι ποτέ πρωταγωνιστές ή δευτεραγωνιστές, όταν η αυλαία έχει οριστικά και αμετάκλητα πέσει, διάχυτη νοσταλγία για τα χρόνια που ήταν πάνω στο παλκοσένικο. 
     Ρεσιτάλ ερμηνείας ως συνήθως από το μεγάλο Michel Simon, στο ρόλο ενός κατεργαράκου κομπάρσου που εν τούτοις δεν κατάφερε να παίξει ποτέ θέατρο, αλλά δυσκολεύεται να το παραδεχτεί όπως επίσης και την ηλικία του. 
     Παρόμοιας ποιότητας υποκριτική τέχνη και από το Louis Jouvet, στο ρόλο ενός εγωπαθή, ανέμελου και αγέραστου, αιώνιου λάτρη του ποδόγυρου, που για να θρέψει το υπερτροφικό του εγώ έχει τη διαστροφική ανάγκη να καταστρέφει ζωές άλλων, χωρίς τύψεις. 
   Εξίσου καλός και ο Victor Francen, ο οποίος και αντιπροσωπεύει τη φωνή της λογικής μέσα σε αυτή την καλώς ή κακώς εννοούμενη ανισορροπία και φενάκη, ένας «actors’ actor» καλλιτέχνης που παρά το ταλέντο του δεν αναγνωρίστηκε ποτέ από το κοινό, θρηνεί ακόμα τη μοναδική γυναίκα που αγάπησε και που τον απάτησε και νοσταλγεί τις παλιές, αυθεντικά καλές εποχές του θεάτρου. 
     Στην παρακάτω κομβικής σημασίας και συγκινητική ατάκα του Simon περιγράφεται νομίζω πλήρως το δράμα, αλλά και η χαρά της ζωής του ηθοποιού. “Η ζωή ενός ηθοποιού είναι διαφορετική από αυτή των άλλων ανθρώπων. Ακόμα και για τον ατάλαντο τα φώτα, η αυλαία, το χειροκρότημα μας κάνει να πιστεύουμε ότι ο κόσμος μας παρακολουθεί. Γινόμαστε κακομαθημένα παιδιά και παραμένουμε τέτοια. Με ψηλά το κεφάλι παίζοντας τραγωδία ή κωμωδία. Αλλά κάναμε τους ανθρώπους να κλάψουν ή να γελάσουν. Τους κάναμε να ξεχάσουν τα προβλήματά τους, αυτό είναι που μετρά". Μία συγκινητική ταινία, τρανή απόδειξη του ξεχωριστού ταλέντου του σκηνοθέτη, ο οποίος αξίζει να ανακαλυφθεί από το λάτρη του σινεμά.

Τετάρτη 16 Αυγούστου 2017


Citizen Cane (Orson Wells) (1941)

     Μπορεί μία λέξη να συμπυκνώνει το νόημα μιας ολόκληρης ζωής? Τι να γράψει κανείς για αυτή την ταινία που να μην έχει ειπωθεί? Θυμάμαι όταν την είχα πρωτοδεί πολλά χρόνια πριν, είχα μείνει έκθαμβος και υπήρχαν πάρα πολλοί λόγοι γι’ αυτό, ίσως τόσοι που να μη μπορούσαν εκείνη τη στιγμή να διατυπωθούν με ακρίβεια, λόγω των έντονων συναισθημάτων και της σχετικά μικρής εμπειρίας ως σινεφίλ. Αφού ξαναείδα χτες αυτή την ταινία, υποψιασμένος πλέον για το συμβολισμό του μυστικού της (Rosebud) και έχοντας δει συνολικά στο μεταξύ πληθώρα ταινιών, μπορώ με σιγουριά να επιβεβαιώσω ότι είναι μία από τις αγαπημένες μου, αν όχι η πιο αγαπημένη μου. Στο ίδιο συμπέρασμα είχα καταλήξει και την πρώτη φορά που αντίκρυσα αυτό το τεχνικό, οπτικό και ερμηνευτικό, σκηνοθετικό αριστούργημα.          
     Ο άνθρωπος ορχήστρα Orson Wells στα 26 του χρόνια μόλις, σε ρόλο παραγωγού, σεναριογράφου, σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή - θα μπορούσε να παραλληλιστεί με τον αναγεννησιακό homo universalis – αναστατώνει τον κινηματογραφικό κόσμο τόσο με τις τεχνικές, σκηνοθετικές καινοτομίες της ταινίας, όσο με την ερμηνευτική δεινότητα και τη ρεαλιστική απεικόνιση του πρωταγωνιστικού ρόλου σε διάφορες φάσεις της ζωής του. Δυστυχές επακόλουθο, για να μην πω μοιραίο, ήταν να μη μπορέσει για διάφορους λόγους το πρώιμο αυτό μεγαλόπνοο αποκορύφωμα των δυνατοτήτων του, η πρώτη ουσιαστικά ταινία του σε μεγάλο στούντιο, να είναι η αφετηρία για κάτι αν όχι καλύτερο, τουλάχιστον ανάλογο στην καριέρα του Wells. Η περίπτωση Wells μου έφερνε πάντα στο νου ένα μεγάλο Αμερικάνο συγγραφέα, το Norman Mailer, που άγγιξε την τελειότητα νεαρός, στο πρωτόλειο βιβλίο του, χωρίς να μπορέσει κατόπιν να πλησιάσει έστω το αριστούργημα αυτό. 
     Η ζωή ενός μεγιστάνα του Τύπου, μπαίνει στο μικροσκόπιο δημοσιογραφικής έρευνας, μετά το θάνατό του. Η έρευνα εστιάζει στην τελευταία λέξη που ακούστηκε από τα χείλη του Cane, πριν ξεψυχήσει, που εικάζεται ότι έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή του. Με την τεχνική του flash back, από αφηγήσεις ανθρώπων του στενού του κύκλου, γινόμαστε μάρτυρες της ζωής του Cane, από τα παιδικά του χρόνια, όταν και αποχωρίζεται τους γονείς του, οι οποίοι παραχωρούν την κηδεμονία του, με τον όρο να αποκτήσει μία κολοσσιαία περιουσία όταν φτάσει τα 25 του χρόνια, στην εποχή όπου η επαναστατική φύση και η υπέρμετρη φιλοδοξία του εκδηλώνεται και ξεκινά με ιδανικά, ώσπου προσωπικές ατυχίες και σφάλματα τον οδηγήσουν στη φρικτή απομόνωση στη χλιδή του παλατιού του.Ίσως ποτέ στην ιστορία του κινηματογράφου η έννοια του χρόνου δεν απεικονίστηκε και αναλύθηκε με τέτοια χειρουργική ακρίβεια. 
     Πολλές οι ατάκες και οι σκηνές ανθολογίας με τους αμφίσημους συμβολισμούς τους, θα μπορούσα για παράδειγμα να αναφέρω τα γιγάντια παζλ στα αχανή δωμάτια του παλατιού, όπου η ηχώ υπογραμμίζει θαρρείς την απομόνωση και την αδυναμία επικοινωνίας και ιδιαίτερα τη σκηνή όπου ο γερασμένος Cane μένει μόνος, αφού έχει σπάσει τα αντικείμενα που βρίσκονται μπροστά του και δεν έχουν πια καμία σημασία, ξεχωρίζει ένα από αυτά, το βάζει στην τσέπη του και περπατώντας ανάμεσα στο πολυάριθμο έκπληκτο υπηρετικό προσωπικό βλέπουμε τη φιγούρα του - ή την ύπαρξή του? – να πολλαπλασιάζεται σε καθρέφτες, μεγεθύνοντας την απορία του θεατή για το ποιος πραγματικά είναι - ήταν. 
      Όταν η κάμερα υπερίπταται πάνω από αμέτρητα κιβώτια, γεμάτα από θεωρούμενα άχρηστα αντικείμενα και εστιάζει στο κρίσιμο, με το επόμενο πλάνο να είναι η φωτιά που το κατατρώει, αφού μας αποκαλυφθεί η ταυτότητά του και οι καπνοί να βγαίνουν από το παλάτι του Κέην – ένα ακόμα σύμβολο για τη ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης - ο θεατής ανασκοπώντας κατανοεί μόνος αυτός - γιατί ο Cane θα μείνει άλυτο μυστήριο για τους δημοσιογράφους που ανέλαβαν την έρευνα για τη ζωή του - ότι ο κύκλος της τραγωδίας ολοκληρώθηκε όπως άρχισε και ότι όλη η ζωή του ήρωα ήταν μία προσπάθεια αναπλήρωσης ενός κενού, είτε ήταν η γονεϊκή αγάπη, είτε το παιχνίδι που στερήθηκε ο ήρωας είτε μαζί και πάνω από όλα ο χρόνος που εξαϋλώνει τα πάντα.

Δευτέρα 14 Αυγούστου 2017

"Ο άνθρωπος και ο ίσκιος του: ιστορική συνείδηση και ανθρωπολογία στον 20ο αιώνα" (Κώστας Παπαϊωάννου)

Το πρώτο ολόκληρο βιβλίο του Παπαϊωάννου που διάβασα - έχω αφήσει μισοδιαβασμένο το "Μάζα και Ιστορία" που μου άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις και σκοπεύω να το ξαναπιάσω - εκδόθηκε το 1951, ενώ ο φιλόσοφος ήταν μόλις 26 ετών. Η συνθετική ικανότητα του Παπαϊωάννου συντείνει στο ευσύνοπτο του βιβλίου, τη στιγμή που περνάνε από τα μάτια του αναγνώστη πλήθη ιδεολογικών και επιστημονικών ρευμάτων, καθώς και αναφορές σε επίλεκτα βιβλία της ανθρώπινης πνευματικής κληρονομιάς, που φανερώνουν την ευρυμάθεια και τη θεωρητική σκευή του νεαρού φιλοσόφου. Η "συγχώνευση κράτους και οικονομίας" εμφιλοχωρεί και σήμερα, όπως και η ανάδειξη των μάνατζερ και της γραφειοκρατίας, που επιφέρουν την ατονία του πολιτικού, τη μαζοποίηση και τον ολοκληρωτισμό, με το φιλόσοφο να προτείνει την αντικατάσταση της μάζας από την έννοια της κοινότητας. Η καθολική εποπτεία του Παπαϊωάννου στον κόσμο των ιδεών κάνει αυτό το μικρό βιβλίο ένα πνευματικό διαμάντι, που ίσως είναι και η κατάλληλη αφορμή και αφετηρία για να γνωρίσει κανείς το υπόλοιπο έργο του, αν δε το έχει ήδη κάνει - εγώ τουλάχιστον αυτό θα κάνω.

Πέμπτη 10 Αυγούστου 2017

La petite Lise (Jean Gremillon) (1930)


     "Μπροστά από την εποχή της" θα ήταν το λιγότερο που θα μπορούσε να λεχθεί για αυτό το αριστούργημα της έβδομης τέχνης. Μία απλή ιστορία που απογειώνεται στην κινηματογραφική αθανασία, με την τολμηρή χρήση του ήχου και της κάμερας και τη σεμιναριακή σκηνοθεσία . Κάθε κάδρο αποστρέφεται το περιττό, θέτοντας πιθανόν τα θεμέλια της σύγχρονης κινηματογραφικής γλώσσας. Συγκλονιστικός ο Alcover, εκφραστική η Sibirskaia (μία από τις άγνωστες ντίβες του σινεμά, που στοίχειωσε με την παρουσία της το εμβληματικό Menilmontant), πλειάδα σκηνών που άνετα θα κοσμούσαν μία κινηματογραφική ανθολογία.