Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2018

"Τhe human condition" (Masaki Kobayashi) (1959-1961)


     Τριλογία βασισμένη στο εξάτομο μυθιστόρημα του Junpei Gomikawa, είναι η καλύτερη ταινία του master Κομπαγιάσι και πιθανότατα η καλύτερη αντιπολεμική ταινία όλων των εποχών. 
     Επικών διαστάσεων τα αριστοτεχνικά wide screen format πλάνα αλλά και η διάρκεια (9 ώρες και 47 λεπτά), εξαιρετική φωτογραφία, μεστή μουσική επένδυση, λαμπρές ερμηνείες όλου του καστ. 
     Η ταινία στηριγμένη πάνω στην ερμηνευτική δεινότητα του χαμαιλέοντα Tatsuya Nakadai, ο οποίος αναδεικνύεται σε σύμβολο ιδεαλισμού, περιγράφει την οδύσσεια ενός ειρηνιστή - σοσιαλιστή Ιάπωνα και τη σταδιακή μεταμόρφωσή του μέσα στη δίνη του Β΄παγκόσμιου πολέμου. Στο πλούσιο σε εμπειρίες και απρόοπτα οδοιπορικό του θα δοκιμαστεί η πίστη του στα ιδανικά του και στην ίδια την ανθρώπινη φύση. 
     Για μένα μία ταινία που δεν πραγματεύεται τίποτε λιγότερο από αυτό που περιγράφει ο αγγλικός τίτλος της, την ανθρώπινη κατάσταση μέσα στον παραλογισμό του πολέμου και αυτό το κάνει με τη μεγαλύτερη ενάργεια.

Nightfall (1957) (Jacques Tourneur)


     Χωρίς να φτάνει σε καμία περίπτωση το κορυφαίο του "Out of the past", o Tourneur, χτίζει ένα αρκετά πειστικό - παρά τις υπερβολές του και το χαμηλό μπάτζετ του - όψιμο νουάρ.    
       Καλύτερη όλων η γήινη ερμηνεία του Ρέυ, η Μπάνκροφτ λαμπερή δίπλα του, αν και η χημεία τους δεν είναι η καλύτερη δυνατή και ίσως συντελεί σ' αυτό και το ότι ο χαρακτήρας της δεν αναλύεται σε βάθος. Κορυφαία η φωτογραφία, το δίδυμο των κακών αξιομνημόνευτο, όσο και η τελική σκηνή.

Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2018


“Belarmino” (Fernando Lopes) (1964)

        Με εμφανείς nouvelle vague επιρροές αυτό το ορόσημο για το πορτογαλικό σινεμά docufiction εστιάζει σε έναν Πορτογάλο βετεράνο μποξέρ ελαφρών βαρών, ο οποίος διετέλεσε πρωταθλητής στη χώρα του και είναι στα πρόθυρα να τερματίσει την καριέρα του, ενώ εδώ και καιρό οι ήττες του είναι πιο συχνές από τις νίκες. 
     Σιγά – σιγά γνωρίζουμε αυτόν τον Belarmino, με το τετράγωνο σαγόνι που μαρτυρά πολλά, να διηγείται πώς ξεκίνησε από λουστράκος και ασχολήθηκε με την πυγμαχία, πώς κατάφερε να βγει από την αφάνεια, αλλά στην πορεία λόγω άστατου και απειθάρχητου χαρακτήρα κατά κάποιους, εξαιτίας της απληστίας των μάνατζερς που εκμεταλλεύτηκαν την αγραμματοσύνη του και την αφέλειά του κατ’ αυτόν, σίγουρα όμως λόγω της χαμηλής δημοτικότητας του αθλήματος στη χώρα του, αναγκάστηκε να βγάζει τα προς το ζην για να ζησει τη γυναίκα και τη μικρή του κόρη, κάνοντας κάθε είδους δουλειές, από το να χρωματίζει φωτογραφίες ως το να κάνει το μπράβο. 
   Στις ερωτήσεις που του κάνουν παρουσιάζει εξιδανικευμένα τον εαυτό του ως έναν τύπο που ούτε ξενυχτά ούτε πίνει ούτε κυνηγά εξωσυζυγικές περιπέτειες, όπως οι κακές γλώσσες του καταλογίζουν. Οι φήμες αυτές ωστόσο αποδεικνύεται ότι ισχύουν, αν βέβαια πιστέψουμε τα πλάνα του σκηνοθέτη που τον "πιάνουν" να κάνει κόρτε σε γυναίκες στο δρόμο και να τα πίνει και να χορεύει σε κακόφημα μπαρ. 
      Και εδώ γεννάται το ερώτημα είναι ο πραγματικός Bellarmino, αυτός που ο σκηνοθέτης παρουσιάζει, ένας πυγμάχος που θα μπορούσε να είναι μεγάλος αν έβγαινε από τη χώρα του και ήταν πιο πειθαρχημένος? Σίγουρα μόνο ο ίδιος ο Bellarmino γνωρίζει , όπως γνωρίζει και το λόγο που πρωταγωνίστησε στην παραγωγη αυτή. 
         Στο τέλος ο πρώην πρωταθλητής μιλά για τα όνειρά του να φύγει στο εξωτερικό, για να δουλέψει σαν προπονητής πυγμαχίας. Πολύ καλή μουσική, ωραία φωτογραφία, άψογη σκηνοθεσία σε μία ταινία που παρουσιάζει το χώρο της πυγμαχίας όπως αυτός πραγματικά είναι, ιδίως όταν το καμπανάκι του ρινγκ χτυπήσει για τελευταία φορά και τα φώτα της δόξας σβήσουν...

Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2018

Documenteur" (Agnes Varda) (1981)
   “Το να χωρίζεις από έναν άντρα σημαίνει να είσαι εξόριστη ανάμεσα σε όλους τους άντρες” λέει, προλογίζοντας την ταινία η Delphine Seyrig, ενώ ο φακός της Varda αναζητά ανάμεσα στον κόσμο διαφόρων φυλών και εθνικοτήτων που ψαρεύει και χαζεύει στη γκρίζα αποβάθρα της Venice την πρωταγωνίστρια με το γιο της. 
  H Έμιλυ είναι μία Γαλλίδα που δουλεύει ως δακτυλογράφος για μία σκηνοθέτη τον καιρό της απουσίας της και προσπαθεί να εγκλιματιστεί στην Καλιφόρνια με το γιο της, ενώ ταυτόχρονα πασχίζει να ξεπεράσει τον πρόσφατο χωρισμό της, που είναι φανερό ότι της κόστισε ψυχικά. 
   Η μητέρα θα προσπαθήσει σκληρά να απογαλακτίσει το γιο της και να τον κάνει να σταθεί στα πόδια του, ενώ ο πόνος της έλλειψης που βιώνει στο τέλος ίσως δεν τη λυγίσει καθώς θα αντλήσει δύναμη από το μητρικό της ένστικτο, πηγαίνοντας να χορέψει με το γιο της πόλκα, κάτι που συνηθίζουν να κάνουν όταν η θλίψη τους χτυπά την πορτα! 
 Αυτή η απλή ιστορία με την ευαίσθητη ματιά της σκηνοθέτριας απογειώνεται και μετουσιώνεται σε μία λεπτομερή ανατομία της γυναικείας φύσης, ενώ συντείνει σ’ αυτό ο σκηνοθετικός τρόπος και η τεχνική που πετυχαίνουν να συνδυάσουν τον εσωτερικό μονόλογο της πρωταγωνίστριας με τις κατάλληλες εικόνες. 
 Παράλληλα απεικονίζονται και ντοκουμαντερίστικα στιγμιότυπα από τα πρόσωπα μεταναστών, που ψάχνουν μία καλύτερη τύχη, αλλά φαίνεται δύσκολο να τη βρουν στις Η.Π.Α. Βέβαια, ο απομυθοποιητικός τίτλος της ταινίας «Docu – menteur (ψεύτης) έχει να κάνει με τις αμφιβολίες της σκηνοθέτριας για την πιστότητα του μέσου της τέχνης της, ενώ και η Έμιλυ αναρωτιεται αν η ζωή μιμείται την τέχνη ή η τέχνη τη ζωή. 
 Ερμηνείες εκπληκτικά φυσικές και αβίαστες από το πρωταγωνιστικό δίδυμο που έχει άψογη χημεία, αφενός από τη Sabine Mamou, που με τα εκφραστικά της μάτια συγκινεί, ενώ στο ρόλο του γιου παίζει αριστουργηματικά ο πραγματικός γιος της Varda προσφέροντας γοητευτικά και ιδιόρρυθμα ώριμες μέσα στην παιδικότητά τους ατάκες. 
   Η πολύ προσωπική αυτή ταινία της Varda συνιστά ένα μικρό κόσμημα, όπου η εναλλαγή σιωπής και λέξεων σε απόλυτο συνταίριασμα με τη δύναμη της εικόνας συνθέτουν τον καμβά μίας ιστορίας που κατακλύζει την ψυχή του θεατή με συναισθήματα - η φράση «an emotion picture” δε συνοδεύει τυχαία τον τίτλο της ταινίας…