Σάββατο 9 Ιουνίου 2018

“L’ affaire Maurizius” (“On trial”) (Julien Duvivier) (1954)

     Αυτό το έξοχο δράμα βασίζεται σε μυθιστόρημα του Jacob Wassermann και παρακολουθεί μία περίπτωση κακοδικίας, καταλήγοντας σε ένα θλιβερό σχόλιο για την έννοια και το θεσμό της δικαιοσύνης. 
  Από την αρχή της ταινίας γνωρίζουμε τον έφηβο πρωταγωνιστή, ο οποίος με την αυξημένη αίσθηση δικαίου και τον ιδεαλισμό που διακρίνει το χαρακτήρα και την ηλικία του, προσπαθεί να εξιχνιάσει την αμφισβητούμενη υπόθεση, που στάθηκε η αφορμή για να εκτοξευθεί η επαγγελματική σταδιοδρομία του πατέρα του ως εισαγγελέα, πριν από 18 χρόνια, αφού ο τελευταίος πέτυχε την καταδίκη ενός καθηγητή πανεπιστημίου, του Leonard Maurizius, για το φόνο της γυναίκας του. 
   Ο σκηνοθέτης με το γνώριμο άψογο οπτικά στυλ και προσδίδοντας στην ταινία και μία νότα νουάρ, με τη συνδρομή εξαιρετικής φωτογραφίας που αποδίδει θεσπέσια την ειδυλλιακή Βέρνη, καταφέρνει να μην παρασυρθεί από το βάρος του σύνθετου σεναριακού υλικού και ισορροπεί, αφήνοντας την πλοκή να εξελιχθεί ομαλά, βαθμιαία. Η συχνή χρήση του flashback είναι δομικά απαραίτητη, χωρίς κατ’ ελάχιστο να κουράζει , ενώ το ενδιαφέρον του θεατή παραμένει αμείωτο, από το γαϊτανάκι αφηγήσεων των εμπλεκομένων προσώπων στην τραγωδία, που από τη δική τους οπτική γωνία θα συντελέσουν στη λύση του αινιγματικού δράματος. 
    Κάθε χαρακτήρας από τους πολλούς της ταινίας είναι ολοκληρωμένος, ενώ εντυπωσιάζει το ότι μέσα σε όλα αυτά προλαβαίνει να γίνει και μία χαρακτηριστική νύξη για τις συγκρουσιακές σχέσεις γονέων και τέκνων και αδελφών μεταξύ τους. Αξιομνημόνευτος ο Denis d’ Ines, ως ο πάλαι ποτέ πλούσιος πατέρας του Leonard Maurizius, που συνέχισε με πάθος να αγωνίζεται για την υπόθεση του γιου του, για να ελαφρύνει τη συνείδησή του που τον αποκήρυξε για ένα γάμο που θεώρησε ότι ήταν συμφέροντος, κορυφαίος ο Charles Vanel, άκαμπτος υπηρέτης του νόμου και αυστηρός πατέρας.   
      Ίσως ο Anton Walbrook να έχασε το μέτρο με μία μάλλον υπερβολική ερμηνεία, ως ο πρώην φίλος και ερωτικός αντίζηλος του αδίκως καταδικασθέντος, που έχει κατάντησει αλκοολικός να κρύβεται, αλλά με τις ατάκες του περί δικαιοσύνης εξιλεώνεται: «Η ανθρωπότητα δε δίνει δεκάρα για τη δικαιοσύνη. Πού την έχεις δει? Στη φτώχεια που χτυπά το αγέννητο παιδί? Στις τσέπες των πλουσίων? Στα κουφάρια των μαρτυρικών παιδιών? Στον αστυνόμο που σε χτυπά? Στο κράτος που σε κλέβει? Στα ψέματα του παπά? Στα χρηματοκιβώτια των τραπεζών? Στα στρατόπεδα συγκέντρωσης? Στον πάτο των λατομείων? Ποια δικαιοσύνη? Δικαιοσύνη είναι η μισαλλοδοξία, η Ιερά Εξέταση, ο φανατισμός, δικαιοσύνη είναι η καταπίεση, η διαφθορά, η δικαιοσύνη πωλείται στον πλειοδότη». 
      Το τραγικό τέλος, όπου ο ο Leonard Maurizius βγαίνει από τη φυλακή με απονομή χάριτος, έχοντας χάσει τα πάντα, εκτός από το στίγμα του φονιά, ενώ ο έφηβος γιος του εισαγγελέα πιέζει μάταια τον πατέρα του για αναψηλάφηση της υπόθεσης, εχοντας μαρτυρία στα χερια του και αυτός του απαντά «Ξέρεις τι συνεπάγεται αυτό? Τεράστια έξοδα για το κράτος, αμφισβήτηση της κρίσης ακέραιων πολιτών, μία επικίνδυνη κατάσταση, η δικαιοσύνη θα εκτεθεί σε καταστροφική κριτική», μας αφήνει με μία αφόρητη πίκρα, καθώς βλέπουμε τον αποκαλούμενο ρεαλισμό με το γνώριμό του τρόπο να βάζει την ταφόπλακα σε κάθε ιδανικό. 

Κυριακή 3 Ιουνίου 2018

“Pratidwandi” (“The adversary”) (Satyajit Ray) (1970)

         Στην ταινία αυτή ο μεγάλος Ινδός σκηνοθέτης κατάφερε με άρτιο μοντάζ και θαυμαστή οικονομία να συμπυκνώσει ιδανικά τόσα σημαντικά γεγονότα της ζωής του πρωταγωνιστή, που λαμβάνουν χώρα στη διάρκεια λίγων ημερών, δίνοντας ένα ολοκληρωμένο πορτραίτο τόσο του ίδιου και της ινδικής νεολαίας, όσο και γενικότερα της κοινωνίας της χώρας στη μεταβατική αυτή εποχή, όταν και συγκρούονται ο ξενόφερτος υλιστικός τρόπος ζωής με τις εγχώριες παραδόσεις και ήθη.
         Ο νεαρός Σιντάρτα, μετά το θάνατο του πατέρα του και αφού αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του στην ιατρική, βρίσκεται σε αυτό ακριβώς το σταυροδρόμι της ζωής του, όπου πρέπει να αναζητήσει εργασία, ως γόνος οικογένειας κατώτερης οικονομικά τάξης. Οι οικονομικές συνθήκες στην Καλκούτα και γενικότερα στη χώρα είναι δύσκολες, η αγορά εργασίας μία ζούγκλα στυγνής εκμετάλλευσης και είναι διάσπαρτα τα σημάδια στην ταινία ότι επικρατεί επαναστατικός αναβρασμός. 
        Από την αρχή της ταινίας μαθαίνουμε ότι ο ιδεαλιστής Σιντάρτα ήταν έντονα κομματικοποιημένος στα χρόνια του στο πανεπιστήμιο και παραμένει αριστερών πολιτικών πεποιθήσεων, κάτι που φυσικά δε βοηθά στις συνεντεύξεις, αν θέλει να βρει δουλειά. Ο εκρηκτικός του χαρακτήρας όταν βιώνει την κοινωνική αδικία είναι ακόμα ένα μείον που πρέπει να μάθει επιτέλους να ελέγχει. 
         Επίσης η σχέση του με το άλλο φύλο είναι ένα θέμα, στο οποίο ο αγνός ιδεαλισμός του τον επηρεάζει και φαίνεται όταν μαθαίνει πως η όμορφη αδελφή του είναι πιθανόν να έχει μπλέξει σε παράνομο ειδύλλιο με το παντρεμένο πλούσιο αφεντικό της. Οι εποχές έχουν αλλάξει και η γυναίκα διεκδικεί τη θέση της στον κόσμο με δυναμισμό και ανεξαρτησία σε σχέση με το παρελθόν και αυτό είναι ένα δεδομένο που ο Σιντάρτα, παρά την ελευθερία πνεύματος που τον διακρίνει, δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει. 
     Η φυγή του στρατευμένου επαναστάτη μικρού του αδελφού, που αποφασίζει να μη δώσει τις εξετάσεις για το πανεπιστήμιο, είναι ενα ακόμα γεγονός που τον αναγκάζει να αμβλύνει τον επαναστατικό δογματισμό του. Όταν «τυχαία» συναντιέται με μία γνωστή του νεαρή ανώτερης τάξης, φαίνεται να γεννιέται ένα αίσθημα ακριβώς την κατάλληλη στιγμή, όμως η προγραμματισμένη συνέντευξή του καταλήγει σε φιάσκο, αφού βγαίνει πάλι στην επιφάνεια - όχι αδικαιολόγητα - ο ασυμβίβαστος, ριζοσπάστης εαυτός του.    
        Σε μία εκπληκτική ακολουθία σκηνών, ο Σιντάρτα φεύγει, για να αποφύγει τα μπλεξίματα με το νόμο, ενώ ακούμε το γεμάτο υποσχέσεις γράμμα που στέλνει στη γνωστή του, στη συνέχεια τον βλέπουμε να εγκαθίσταται σε ένα ξενοδοχείο, ώσπου ακούει ένα γνώριμο τιτίβισμα, που στοίχειωνε τη μνήμη του - σπάραγμα από μία ευτυχισμένη στιγμή με την αδελφή του από τα ξένοιαστα παιδικά τους χρόνια - από ένα πουλί που του διέφευγε το όνομά του. Η κάμερα ζουμάρει στο έκπληκτο πρόσωπό του, βγαίνει στο μπαλκόνι και τα υπόλοιπα είναι θέμα ερμηνευτικής δυνατότητας του κάθε θεατή, που ασφαλώς νιώθει ότι ήταν μάρτυρας σε ένα ανυπέρβλητο αριστούργημα της έβδομης τέχνης, για να δικαιωθεί ο Akira Kurosawa που είχε πει για τον Ινδό μαιτρ «αν δεν έχεις δει το σινεμά του Ray, σημαίνει να ζεις στον κόσμο χωρίς να έχεις δει τον ήλιο ή το φεγγάρι”...


Σάββατο 2 Ιουνίου 2018

Yek etefagh sadeh” (“A simple event”) (Sohrab Shahid Salles) (1974)

       Χωρίς αδέλφια, με άρρωστη τη μητέρα του και τον πατέρα του να παλεύει για το μεροκάματο από το πρωί μέχρι το βράδυ, ο μικρός Μοχάμεντ έχει βαρύ φορτίο να σηκώσει για να βοηθήσει τη φτωχή οικογένειά του, ώστε να τα βγάλουν πέρα. Μετά το σχολείο τρεχάλα για θελήματα, ψώνια και για να πουλήσει τα ψάρια που ψαρεύει ο πατέρας του και έτσι ο χρόνος για διάβασμα δεν περισσεύει. Μάλιστα - και όπως φαίνεται εύλογα - είναι από τους χειρότερους μαθητές της τάξης του, πάντα αργοπορημένος στο μάθημα και από τους επικρατέστερους υποψήφιους για τιμωρία. 
         Ο πολυβραβευμένος - πλην πρόωρα θανών - Ιρανός σκηνοθέτης στο εντυπωσιακά αθόρυβο ντεμπούτο του παραθέτει κάποια ευτράπελα από την άχαρη σχολική ζωή, που δίνουν μία ευχάριστη νότα στην κατά τα άλλα πεζή και χωρίς πολλούς διαλόγους σκληρή πραγματικότητα που περιγράφει. 
     Το σχεδόν μόνιμα ανέκφραστο των προσώπων υποδηλώνει ίσως μία καρτερία - έμφυτη θαρρείς - μπροστά στις δυσκολίες που βάζουν στη φτωχολογιά η ζωή και ο θάνατος, αλλά οι ελάχιστες σκηνές, αδιόρατες σχεδόν, όπου τα βλέμματα και η στάση του σώματος μεταλλάσσονται, προκαλούν αβίαστα πλημμύρα συναισθημάτων και είναι αλησμόνητες.
            Ερασιτέχνες ηθοποιοί με το μικρό πρωταγωνιστή να κλέβει χωρίς προσπάθεια την παράσταση και να μένει στην κινηματογραφική αθανασία και το τέλος να παραμένει ανοιχτό σε ερμηνειες, σε μία αριστουργηματική όσο και ανθρώπινη ταινία που θεωρείται από τις καλύτερες του ιρανικού κινηματογράφου και βραβεύτηκε στο διεθνές φεστιβάλ του Βερολίνου.


Παρασκευή 1 Ιουνίου 2018

“Touchez pas au grisbi” (Jacques Becker) (1954)

   Μία απλή γκανγκστερική ιστορία γίνεται με τη λεπτεπίλεπτα υφασμένη οικονομία του σεναρίου και τη σκηνοθετική δεινότητα του δεξιοτέχνη Becker ένα νουάρ – κόσμημα, μνημείο στη φιλία που μπορεί να ανθίσει ακόμα και στον υπόκοσμο και να αποδειχτεί ανθεκτική στο χρόνο και τις δυσχέρειες που αυτός γεννά. 
          Ο Gabin, ως συνήθως, άψογος ερμηνευτικά, ενσαρκώνει τέλεια το Μαξ, ένα μεσήλικα κακοποιό που πιστεύει ότι με την τελευταία μεγάλη μπάζα του έχει εξασφαλίσει την οριστική έξοδο από τον κόσμο του εγκλήματος, αλλά κάνει λάθος και θα αναγκαστεί να επανεκτιμήσει τι έχει πραγματικά προτεραιότητα γι’ αυτόν. Οι πάντα ωραίες και νεότερές του γυναίκες είναι γι' αυτόν εύκολα θηράματα, που παγιδεύονται με το χρήμα και αν έμεινε κάτι που να άντεξε στο χρόνο για αυτό τον ορκισμένο εργένη είναι οι ισχυροί δεσμοί φιλίας με τον πιστό του συνεργάτη, τον οποίο και θα κληθεί να σώσει, βάζοντας στην άκρη τον εγωισμό και θυσιάζοντας τα σχέδια του για απόσυρση. 
          Ο σκοτεινά ανέκφραστος Ventura είναι πολύ καλός στον παρθενικό του ρόλο ως κακός και εμφανίζεται σε ένα μικρό αλλά αξιοπρόσεχτο ρόλο και η νεαρή Jeanne Moreau - σίγουρα τα χαστούκια που μοίρασε ο Gabin και σε αυτήν σε μία χαρακτηριστική σκηνή ανθολογίας, της έμειναν αλησμόνητα.     
    Η κορυφαία σκηνή του φινάλε είναι γοητευτικά μελαγχολική, με τον Gabin να έχει πληροφορηθεί τα θλιβερά νέα και ενώ η αγαπημενη μελωδία του παίζει στο τζουκ μποξ, εκείνος ανταποκρίνεται στην αρχή αφηρημένα στο όλο αγωνία και ερωτηματικά βλέμμα της όμορφης συνοδού του, αφήνοντας το μαγεμένο θεατή να προσπαθεί να υποθέσει τι μπορεί να σημαίνει για αυτόν το τέλος μίας σχέσης φιλίας ζωής και κυρίως πώς αυτή οικοδομήθηκε στο χρόνο...


“Mourir a trente ans” (Romain Goupil) (1982)

     Το πρωτόλειο αυτό ιδιότυπο ντοκυμαντέρ του νεαρού Romain Goupil είναι ένα χρονικό του παθιασμένου ακρο-αριστερού πολιτικού ακτιβισμού του, που ξεκίνησε από τα μαθητικά του χρόνια και συνεχίστηκε μετά τις διαψευσθείσες προσδοκίες του Μάη του 1968 και είναι αφιερωμένο στο φίλο και συναγωνιστή του Michel Recanati, που αυτοκτόνησε στα τριάντα του χρόνια και οι ζωές τους συνδέθηκαν αναπόσπαστα. 
   Με πρωτογενές υλικό από τα γεγονότα που είχε καταγράψει τους ενδιαφέροντες αυτούς καιρούς με την αγαπημένη του κάμερα και συρραφές από τις πρώτες σκηνοθετικές απόπειρες - σκετς με πρωταγωνιστές αυτόν και την παρέα του, η ταινία του Goupil αποτελεί μία έντιμη και ολοζώντανη μαρτυρία για τη συνταρακτική εποχή του, χωρίς να αναλώνεται σε εμβριθείς αιτιολογήσεις, κάτι που απέχει από το να είναι μειονέκτημα. 
      Ο έντεχνος τρόπος με τον οποίο ο σκηνοθέτης τέμνει το ατομικό με το καθολικό, η πρωτόγνωρη νεανική φρεσκάδα, ο καθηλωτικός ρυθμός της ταινίας και τέλος η διάχυτη πίκρα για τη φθαρτή νεότητα, για το ξεθύμασμα του επαναστατικού κινήτρου και για την απώλεια της ζωής είναι οι αναμφισβήτητες αρετές που την κάνουν να ξεχωρίζει. Τιμήθηκε στο Φεστιβάλ Καννών.