“L’ affaire Maurizius” (“On trial”) (Julien Duvivier) (1954)
Αυτό το έξοχο δράμα βασίζεται σε μυθιστόρημα του Jacob Wassermann και παρακολουθεί μία περίπτωση κακοδικίας, καταλήγοντας σε ένα θλιβερό σχόλιο για την έννοια και το θεσμό της δικαιοσύνης.
Από την αρχή της ταινίας γνωρίζουμε τον έφηβο πρωταγωνιστή, ο οποίος με την αυξημένη αίσθηση δικαίου και τον ιδεαλισμό που διακρίνει το χαρακτήρα και την ηλικία του, προσπαθεί να εξιχνιάσει την αμφισβητούμενη υπόθεση, που στάθηκε η αφορμή για να εκτοξευθεί η επαγγελματική σταδιοδρομία του πατέρα του ως εισαγγελέα, πριν από 18 χρόνια, αφού ο τελευταίος πέτυχε την καταδίκη ενός καθηγητή πανεπιστημίου, του Leonard Maurizius, για το φόνο της γυναίκας του.
Ο σκηνοθέτης με το γνώριμο άψογο οπτικά στυλ και προσδίδοντας στην ταινία και μία νότα νουάρ, με τη συνδρομή εξαιρετικής φωτογραφίας που αποδίδει θεσπέσια την ειδυλλιακή Βέρνη, καταφέρνει να μην παρασυρθεί από το βάρος του σύνθετου σεναριακού υλικού και ισορροπεί, αφήνοντας την πλοκή να εξελιχθεί ομαλά, βαθμιαία. Η συχνή χρήση του flashback είναι δομικά απαραίτητη, χωρίς κατ’ ελάχιστο να κουράζει , ενώ το ενδιαφέρον του θεατή παραμένει αμείωτο, από το γαϊτανάκι αφηγήσεων των εμπλεκομένων προσώπων στην τραγωδία, που από τη δική τους οπτική γωνία θα συντελέσουν στη λύση του αινιγματικού δράματος.
Κάθε χαρακτήρας από τους πολλούς της ταινίας είναι ολοκληρωμένος, ενώ εντυπωσιάζει το ότι μέσα σε όλα αυτά προλαβαίνει να γίνει και μία χαρακτηριστική νύξη για τις συγκρουσιακές σχέσεις γονέων και τέκνων και αδελφών μεταξύ τους. Αξιομνημόνευτος ο Denis d’ Ines, ως ο πάλαι ποτέ πλούσιος πατέρας του Leonard Maurizius, που συνέχισε με πάθος να αγωνίζεται για την υπόθεση του γιου του, για να ελαφρύνει τη συνείδησή του που τον αποκήρυξε για ένα γάμο που θεώρησε ότι ήταν συμφέροντος, κορυφαίος ο Charles Vanel, άκαμπτος υπηρέτης του νόμου και αυστηρός πατέρας.
Ίσως ο Anton Walbrook να έχασε το μέτρο με μία μάλλον υπερβολική ερμηνεία, ως ο πρώην φίλος και ερωτικός αντίζηλος του αδίκως καταδικασθέντος, που έχει κατάντησει αλκοολικός να κρύβεται, αλλά με τις ατάκες του περί δικαιοσύνης εξιλεώνεται: «Η ανθρωπότητα δε δίνει δεκάρα για τη δικαιοσύνη. Πού την έχεις δει? Στη φτώχεια που χτυπά το αγέννητο παιδί? Στις τσέπες των πλουσίων? Στα κουφάρια των μαρτυρικών παιδιών? Στον αστυνόμο που σε χτυπά? Στο κράτος που σε κλέβει? Στα ψέματα του παπά? Στα χρηματοκιβώτια των τραπεζών? Στα στρατόπεδα συγκέντρωσης? Στον πάτο των λατομείων? Ποια δικαιοσύνη? Δικαιοσύνη είναι η μισαλλοδοξία, η Ιερά Εξέταση, ο φανατισμός, δικαιοσύνη είναι η καταπίεση, η διαφθορά, η δικαιοσύνη πωλείται στον πλειοδότη».
Το τραγικό τέλος, όπου ο ο Leonard Maurizius βγαίνει από τη φυλακή με απονομή χάριτος, έχοντας χάσει τα πάντα, εκτός από το στίγμα του φονιά, ενώ ο έφηβος γιος του εισαγγελέα πιέζει μάταια τον πατέρα του για αναψηλάφηση της υπόθεσης, εχοντας μαρτυρία στα χερια του και αυτός του απαντά «Ξέρεις τι συνεπάγεται αυτό? Τεράστια έξοδα για το κράτος, αμφισβήτηση της κρίσης ακέραιων πολιτών, μία επικίνδυνη κατάσταση, η δικαιοσύνη θα εκτεθεί σε καταστροφική κριτική», μας αφήνει με μία αφόρητη πίκρα, καθώς βλέπουμε τον αποκαλούμενο ρεαλισμό με το γνώριμό του τρόπο να βάζει την ταφόπλακα σε κάθε ιδανικό.




